Εικασίες για τον Γιάκομπ

Εικασίες για τον Γιάκομπ
Ο Ούβε Γιόνσον (κέντρο) το 1960 λαμβάνει το βραβείο Φοντάνε για το μυθιστόρημα
ΣυγγραφέαςΟύβε ΓιόνσονΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P50#Εικασίες%20για%20τον%20Γιάκομπ
ΤίτλοςMutmaßungen über JakobΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P1476#Εικασίες%20για%20τον%20Γιάκομπ
ΓλώσσαΓερμανικάΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P407#Εικασίες%20για%20τον%20Γιάκομπ
Ημερομηνία δημοσίευσης1959Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P577#Εικασίες%20για%20τον%20Γιάκομπ
ΜορφήμυθιστόρημαΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P7937#Εικασίες%20για%20τον%20Γιάκομπ

Εικασίες για τον Γιάκομπ (γερμανικά: Mutmaßungen über JakobΚατηγορία:Λήμματα που περιέχουν κείμενο στα γερμανικά) είναι μυθιστόρημα του Γερμανού συγγραφέα Ούβε Γιόνσον που εκδόθηκε το 1959. Είναι το πρώτο δημοσιευμένο βιβλίο του και παρουσιάζει όλα όσα χαρακτηρίζουν τα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του: τα προβλήματα των ανθρώπων στη διαιρεμένη Γερμανία, ιδιαίτερα στην Ανατολική Γερμανία κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο αντίκτυπος των πολιτικών αναταραχών στη ζωή των απλών ανθρώπων και η ιδιαίτερη γλώσσα και γραφή.[1]

Ο Γιάκομπ, ένας έμπειρος σιδηροδρομικός που μπορούσε να αξιολογήσει με ακρίβεια τους κινδύνους της διάσχισης των γραμμών, παρασύρθηκε και σκοτώθηκε από ατμομηχανή. Παρόλο που το ατύχημα συνέβη μια μέρα του Νοεμβρίου που η ομίχλη εμπόδιζε την ορατότητα, η εξήγηση του τυχαίου θανάτου φαίνεται απίθανη στους φίλους του. Ήταν ίσως αυτοκτονία - ή μήπως σκοτώθηκε από τη Στάζι; Η φίλη του Γιάκομπ, Γκέσινε Κρέσπαλ, επανεμφανίζεται ξανά σαν πρωταγωνίστρια της μυθιστορηματικής τετραλογίας του συγγραφέα Επέτειοι: Από τη ζωή της Γκέσινε Κρέσπαλ.[2]

Ο Γιόνσον γνώριζε ότι αυτό το βιβλίο, που το περιεχόμενο και η αισθητική του έρχονταν σε αντίθεση με την επίσημη ιδεολογία της ΛΔΓ και τη γραμμή του κόμματος για την ανατολικογερμανική λογοτεχνία, δεν μπορούσε να εκδοθεί στην Ανατολική Γερμανία. Τον Ιούνιο του 1959, όταν δημοσιεύθηκε από τον δυτικογερμανικό εκδοτικό οίκο Suhrkamp Verlag στη Φρανκφούρτη, έφυγε από την Ανατολική Γερμανία για το Δυτικό Βερολίνο. [3]

Παρουσίαση

Η κύρια πλοκή διαδραματίζεται το φθινόπωρο του 1956, μεταξύ 7 Οκτωβρίου και 10 Νοεμβρίου, μετά την καταστολή της Ουγγρικής Επανάστασης από τα σοβιετικά τανκς, την κρίση στη διώρυγα του Σουέζ και την έναρξη της αποσταλινοποίησης στο Ανατολικό Μπλοκ. Σε ένα παράλληλο αφηγηματικό επίπεδο, αναφέρονται αυτά τα πολιτικά γεγονότα και ο αντίκτυπος στους χαρακτήρες. Το βιβλίο υιοθετεί μια εξίσου επικριτική άποψη και για τα δύο γερμανικά κράτη.

Στις 8 Νοεμβρίου 1956, ο έμπειρος σιδηροδρομικός υπάλληλος Γιάκομπ Αμπς χτυπήθηκε από τρένο ενώ διέσχιζε τις γραμμές μέσα στην ομίχλη στην πόλη του, μια ανώνυμη πόλη στις όχθες του ποταμού Έλβα «κάπου ανάμεσα στη Βιτεμβέργη και το Μαγδεμβούργο», και σκοτώθηκε. Φίλοι, συνάδελφοι και γνωστοί κάνουν εικασίες για τον θάνατό του: Ήταν ατύχημα, αυτοκτονία ή δολοφονία; μήπως η Στάζι ήταν πίσω από αυτό;[4]

Υπόθεση

Ο Γιάκομπ Αμπς, γεννημένος το 1928 στη Δυτική Πομερανία, διέφυγε από τον προελαύνοντα Κόκκινο Στρατό προς το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου με τη μητέρα του στην φανταστική πόλη Γιέριχοβ στις ακτές της Βαλτικής στο Μεκλεμβούργο, όπου βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι του χήρου επιπλοποιού Χάινριχ Κρέσπαλ που ζούσε με την κόρη του Γκέσινε. Ένας στενός οικογενειακός δεσμός αναπτύχθηκε μεταξύ των τεσσάρων. Τρία χρόνια αργότερα, σε ηλικία των 18 ετών, ο Γιάκομπ άρχισε να εργάζεται στον σιδηροδρομικό σταθμό και στη συνέχεια μετατέθηκε στο σταθμό μιας πόλης στις όχθες του ποταμού Έλβα. Η Γκέσινε σπούδασε αγγλική λογοτεχνία στο Χάλε. Μετά τα γεγονότα της 17ης Ιουνίου 1953 κατέφυγε στη Δύση, όπου φοίτησε σε σχολή διερμηνέων στη Φρανκφούρτη και από την αρχή του έτους εργάζεται ως διερμηνέας σε γραφείο του ΝΑΤΟ. [5]

Όλη η οικογένεια βρίσκεται έκτοτε υπό την παρακολούθηση της Στάζι. Ο πράκτορας της Στάζι Ρολφς αναλαμβάνει την αποστολή να στρατολογήσει τη Γκέσινε ως κατάσκοπο για τη ΛΔΓ και σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει τους δικούς της. Ταξιδεύει στο Γιέριχοβ και προσεγγίζει τη μητέρα του Γιάκομπ, η οποία τρομοκρατείται και μετά την ανάκριση φεύγει για τη Δυτική Γερμανία, ο Ρολφς το μαθαίνει και προσπαθεί να αποτρέψει τη διαφυγή της, ωστόσο φτάνει πολύ αργά. Ο Ρολφς ταξιδεύει στην πόλη στις όχθες του Έλβα και αρχίζει να παρακολουθεί τον (πιστό στο καθεστώς) Γιάκομπ. Όταν η Γκέσινε έρχεται παράνομα να τον επισκεφτεί και ταξιδεύουν μαζί στο σπίτι του πατέρα της, ο Ρολφς αποφεύγει να τη συλλάβει. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, οι δύο νέοι ανακαλύπτουν ότι είναι ερωτευμένοι και η Γκέσινε χωρίζει από τον αρραβωνιαστικό της δρ. Γιόνας Μπλαχ, πανεπιστημιακό βοηθό που εργάζεται σε ένα πολιτικά ευαίσθητο κείμενο για δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις στην Ανατολική Γερμανία και σκοπεύει να το βγάλει λαθραία στο εξωτερικό. Ο Γιόνας δίνει στον Γιάκομπ ένα αντίγραφο του χειρογράφου του.[6]

Η Γκέσινε επιστρέφει στη Δυτική Γερμανία. Λίγο αργότερα, ο Γιάκομπ, με την έγκριση του Ρολφς για να την πείσει να συνεργαστεί, ταξιδεύει επίσης εκεί και επισκέπτεται και τη μητέρα του στο στρατόπεδο προσφύγων. Όπως και η Γκέσινε, προσπαθεί κι αυτή να τον πείσει να μείνει. Ο Γιάκομπ έχει αμφιβολίες τόσο για τη Δύση όσο και για την Ανατολή. Κανένα από τα δύο συστήματα δεν θεωρεί ικανοποιητικά. Τελικά, παρά την αγάπη του για την Γκέσινε, επιλέγει να επιστρέψει - και σκοτώνεται σε ατύχημα αργότερα την ίδια μέρα.

Ο Γιόνας Μπλαχ τηλεφωνεί στην Γκέσινε και την ενημερώνει για τον θάνατο του Γιάκομπ. Ο Ρολφς διατάζει τη σύλληψη του Μπλαχ για υποκίνηση σε πόλεμο και μποϊκοτάζ, γιατί το κείμενό του βρίσκεται στο Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο θάνατος του Γιάκομπ ήταν δολοφονία από την υπηρεσία κρατικής ασφάλειας, μήπως ο Γιάκομπ αυτοκτόνησε ή μήπως έχασε τον προσανατολισμό του στην πυκνή ομίχλη; Υπάρχουν μόνο εικασίες σχετικά με αυτό και ο αναγνώστης καλείται να αποφασίσει.[7]

Δομή και ύφος

Το μυθιστόρημα είναι ένα γλωσσικά καινοτόμο έργο του μοντερνισμού. Ο Γιόνσον δεν αφηγείται την ιστορία γραμμικά, αλλά παρουσιάζει ένα κατακερματισμένο παζλ πολλαπλών προοπτικών που οι αναγνώστες πρέπει να συναρμολογήσουν. Το έργο αποτελείται από διάφορες αφηγηματικές τεχνικές: αποσπάσματα διαλόγων, εσωτερικοί μονόλογοι και αφηγηματικά τμήματα από διαφορετικές οπτικές γωνίες συγκροτούν την περίπλοκη μυθιστορηματική δομή και προσφέρουν μόνο διαθλασμένη την εικόνα των χαρακτήρων, των πράξεων και των κινήτρων τους, με πολλά ασαφή στοιχεία. Κάθε χαρακτήρας που μιλάει μπορεί να συναχθεί μόνο από τα συμφραζόμενα, όπως και η χρονολογία της αφήγησης. Η αντιφατική φύση αρκετών δηλώσεων προσθέτει στη σύγχυση: κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει την οριστική αλήθεια για τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής του Γιάκομπ, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα σε ποιο από τα δύο γερμανικά κράτη ήταν καλύτερο να ζει κανείς. Ένας αφηγητής γεφυρώνει τα κενά μεταξύ των μεμονωμένων αποσπασμάτων, ωστόσο δεν είναι παντογνώστης, δεν εξηγεί, απλώς προσθέτει μια άλλη προσωπική οπτική. Πολλές άλλες πτυχές παραμένουν επίσης ασαφείς και ο αναγνώστης αποκτά ενεργό ρόλο: πρέπει να συνδυάσει τις διάσπαρτες πληροφορίες και να αποφασίσει μόνος του αν ο θάνατος του Γιάκομπ Αμπς προήλθε από ατύχημα, αυτοκτονία ή δολοφονία. Η γλώσσα είναι εξίσου αντισυμβατική. Η σωστή δομή των προτάσεων και η ορθογραφία δεν τηρούνται πάντα και στο κείμενο εμφανίζονται αμετάφραστες διαφορετικές γλώσσες: αγγλικά, ρωσικά και η διάλεκτος του Μεκλεμβούργου, στην οποία μιλάει ο πατέρας Κρέσπαλ. [4]

Υποδοχή

Στην Έκθεση Βιβλίου της Φρανκφούρτης το φθινόπωρο του 1959, το βιβλίο αναγνωρίστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της χρονιάς - με το Το τενεκεδένιο ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας και το Μπιλιάρδο στις εννέα και μισή του Χάινριχ Μπελ που εκδόθηκαν την ίδια χρονιά. Σχεδόν όλοι οι κορυφαίοι κριτικοί της Δυτικής Γερμανίας, όπως οι Χανς Μάγκνους Έντσενσμπεργκερ, Γιούργκεν Μπέκερ και Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι, επαίνεσαν τον Γιόνσον ως ένα πολλά υποσχόμενο ταλέντο και τον αποκάλεσαν «ποιητή των δύο Γερμανιών», τίτλο που όμως ο Ούβε Γιόνσον απέρριπτε σε όλη του τη ζωή. Η απόφασή του να εγκατασταθεί στη Δυτική Γερμανία μετά την έκδοση του βιβλίου προσέλκυσε πρόσθετη προσοχή.[8]

Στη ΛΔΓ, όπου η επίσημη γραμμή του κόμματος ήταν η λογοτεχνία να παρουσιάζει τα ιδανικά και τις αξίες του κομμουνισμού και να λειτουργεί διαπαιδαγωγικά - στο ύφος του σοσιαλιστικού ρεαλισμού - οι κριτικοί και συγγραφείς, όπως ο Χέρμαν Καντ και ο Πέτερ Χακς, επέκριναν τόσο την ατομικιστική και μη δογματική θέση του Γιόνσον όσο και τη μοντερνιστική γραφή και τη γλώσσα του έργου.

Το 1960, το μυθιστόρημα τιμήθηκε με το βραβείο Φοντάνε στο Δυτικό Βερολίνο.

Παραπομπές

Κατηγορία:Γερμανικά μυθιστορήματα Κατηγορία:Ανατολικογερμανική λογοτεχνία Κατηγορία:Λογοτεχνικά έργα του μοντερνισμού
Κατηγορία:Ανατολικογερμανική λογοτεχνία Κατηγορία:Γερμανικά μυθιστορήματα Κατηγορία:Λήμματα που περιέχουν κείμενο στα γερμανικά Κατηγορία:Λογοτεχνικά έργα του μοντερνισμού Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P1476 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P407 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P50 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P577 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P7937