Η ομπρέλα του Αγίου Πέτρου

Η ομπρέλα του Αγίου Πέτρου
ΣυγγραφέαςΚάλμαν ΜίκσατΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P50#Η%20ομπρέλα%20του%20Αγίου%20Πέτρου
ΤίτλοςSzent Péter esernyőjeΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P1476#Η%20ομπρέλα%20του%20Αγίου%20Πέτρου
ΓλώσσαΟυγγρικάΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P407#Η%20ομπρέλα%20του%20Αγίου%20Πέτρου
Ημερομηνία δημοσίευσης1895Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P577#Η%20ομπρέλα%20του%20Αγίου%20Πέτρου
ΜορφήμυθιστόρημαΚατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P7937#Η%20ομπρέλα%20του%20Αγίου%20Πέτρου

Η ομπρέλα του Αγίου Πέτρου (ουγγρικά: Szent Péter esernyőjeΚατηγορία:Λήμματα που περιέχουν κείμενο στα ουγγρικά) είναι μυθιστόρημα του Ούγγρου συγγραφέα Κάλμαν Μίκσατ που εκδόθηκε το 1895.[1]

Δομικά, το μυθιστόρημα αποτελείται από δύο ιστορίες. Η πρώτη εξιστορεί έναν θρύλο: ένα φτωχό κοριτσάκι προστατεύθηκε ως εκ θαύματος από μια καταιγίδα από μια κόκκινη ομπρέλα, που λέγεται ότι την τοποθέτησε ο Απόστολος Πέτρος. Η άλλη αναφέρεται στο μυστικό της ομπρέλας - περιέχει μια οικογενειακή περιουσία κρυμμένη στη λαβή για να προστατέψει έναν νόθο γιο από άπληστους νόμιμους συγγενείς - και στην αγωνιώδη αναζήτησή της από τον δικαιούχο, έναν νεαρό δικηγόρο. Η έρευνα αποβαίνει άκαρπη, ο νεαρός δεν καταφέρνει να βρει τον χαμένο θησαυρό, αλλά αντ' αυτού, βρίσκει την ευτυχία, το βιβλίο τελειώνει σαν μια κλασική ιστορία αγάπης. Οι δύο ιστορίες συγκλίνουν και πλαισιώνονται από κωμικοτραγικές καταστάσεις, περιγραφές διασκεδαστικών σκηνών από την καθημερινή ζωή στην αγροτική Ουγγαρία, παλιούς μύθους και ιστορίες της ουγγρικής λαογραφίας. [2]

Το βιβλίο μεταφράστηκε σε 14 γλώσσες κατά τη διάρκεια της ζωής του συγγραφέα και στη συνέχεια σε περισσότερες, το 1995 και στα ελληνικά. [3]Περιλαμβάνεται στο σχολικό πρόγραμμα σπουδών της Ουγγαρίας στο θέμα κωμικές αφηγήσεις στον ουγγρικό ρομαντισμό και ρεαλισμό.[4]

Υπόθεση

Η ιστορία διαδραματίζεται στην υπανάπτυκτη αγροτική περιοχή Μπάνσκα Μπίστριτσα στα βόρεια της Ουγγαρίας (τώρα στη Σλοβακία), όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας. Στην περιοχή κατοικούσε η υποομάδα ουγγρικού πληθυσμού Πάλοτς, τους οποίους ο Μίκσατ εξυμνεί στα γραπτά του, ειδικά στη συλλογή διηγημάτων Οι καλοί άνθρωποι του Πάλοτς. Οι χαρακτήρες της ιστορίας είναι η μεσαία τάξη των μικρών πόλεων και οι χωρικοί της περιοχής με τους θρύλους και τις δεισιδαιμονίες τους, που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με τρυφερό λεπτό χιούμορ και ευαισθησία.[5]

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε πέντε μέρη, με το πρώτο να αφηγείται τον θρύλο της εμφάνισης της ομπρέλας. Κεντρικός χαρακτήρας είναι ο νεαρός ιερέας, Γιάνος Μπέλι, ο οποίος μόλις έφτασε στην πρώτη του ενορία, το φτωχό χωριό Γκλόγκοβα, μετά βίας μπορούσε να συντηρηθεί. Σε μερικές εβδομάδες, εμφανίζεται ένας γείτονας από το χωριό του. Φέρνει νέα για τον θάνατο της χήρας μητέρας του ιερέα και του παραδίδει την δίχρονη αδερφή του. Πώς, αναρωτιέται ο Γιάνος, μπορεί να φροντίσει την αδερφή του όταν η ενορία μόλις και μετά βίας του παρέχει τα προς το ζην; Πηγαίνει στην εκκλησία για να ζητήσει φώτιση, αφήνοντας τη μικρή Βερόνικα να κοιμάται στο καλάθι της στη βεράντα. Μια ξαφνική καταρρακτώδης βροχή διακόπτει τις προσευχές του και σπεύδει να σώσει το κοιμισμένο παιδί, αλλά το βρίσκει εντελώς στεγνό, με το καλάθι προστατευμένο από μια παλιά κόκκινη ομπρέλα. Οι χωρικοί, έχοντας δει στο χωριό έναν ηλικιωμένο Εβραίο με την ομπρέλα, αποφασίζουν ότι έμοιαζε πολύ με την εικόνα του Αγίου Πέτρου στην εκκλησία τους και είναι πεπεισμένοι ότι ο άγιος επισκέφθηκε το χωριό τους. Η κόκκινη ομπρέλα γίνεται θαυματουργό αντικείμενο λατρείας προικισμένο με θεϊκές ιδιότητες, η ευρεία φήμη της φέρνει επισκέπτες και ευημερία στο χωριό και στον ιερέα του.

Τα επόμενα μέρη ξεκινούν με μια αναδρομή στο παρελθόν που διαδραματίζεται πολλά χρόνια πριν στη γειτονική πόλη Μπέστερσεμπανια. Κεντρικά πρόσωπα είναι ο Παλ Γκρέγκοριτς και ο νόθος γιος του, Γκιούρι Βίμπρα. Ο Παλ, ένα κοινωνικά αδέξιο άτομο, κληρονόμησε σημαντική περιουσία από τη μητέρα του, προς μεγάλη δυσαρέσκεια των δύο μεγαλύτερων ετεροθαλών αδελφών του. Όταν η μαγείρισσά του γεννά έναν νόθο γιο, γίνεται φανερό ότι ο Παλ είναι ο πατέρας, ο οποίος δίνει μεγάλη αγάπη στον Γκιούρι και τον στέλνει να σπουδάσει νομικά. Ο Παλ εμφανίζεται πάντα με μια κόκκινη ομπρέλα, την οποία αρνείται πεισματικά να αποχωριστεί.[6]

Υποψιασμένος ότι τα αδέρφια του θα προσπαθήσουν να βλάψουν τα συμφέροντα του Γκιούρι, ο Παλ πουλάει κρυφά όλα τα κτήματα και την περιουσία του και καταθέτει τα μετρητά σε μια τράπεζα, παίρνοντας μια τραπεζική επιταγή για να πάει ολόκληρο το ποσό στον Γκιούρι. Όταν αρρωσταίνει, λέει στη μαγείρισσά του να ειδοποιήσει τον Γκιούρι να ρθει, αυτή δεν το κάνει και ο Παλ πεθαίνει χωρίς να δει τον γιο του, με την κόκκινη ομπρέλα στα χέρια του. Μετά τον θάνατό του, διαβάζεται η διαθήκη και τα αδέρφια μένουν άναυδα που δεν υπάρχει καμία αναφορά σε κτήματα, καμία περιουσία. Μόνο μερικά ασήμαντα κληροδοτήματα. Ο Γκιούρι ολοκληρώνει τις σπουδές του και διάσημος πλέον νεαρός δικηγόρος, μαθαίνει ότι τα χαμένα χρήματα επρόκειτο να είναι η κληρονομιά του. Όταν ακούει ότι ο Παλ ήταν κατάσκοπος στον πόλεμο και είχε φτιάξει μια θήκη στη λαβή της ομπρέλας του για να μεταφέρει μυστικά έγγραφα, ο Γκιούρι είναι πεπεισμένος ότι ένα έγγραφο που αποδεικνύει την κληρονομιά του είναι κρυμμένο στη λαβή. Αυτό θα εξηγούσε γιατί ο Παλ δεν άφηνε ποτέ την ομπρέλα από τα χέρια του. Αλλά μέχρι τότε η ομπρέλα είχε ήδη πουληθεί, μαζί με άλλα διάφορα υπάρχοντά του, σε έναν ηλικιωμένο Εβραίο που διατηρούσε κατάστημα με μεταχειρισμένα είδη και τώρα είχε εξαφανιστεί.

Τα επόμενα μέρη ακολουθούν τον Γκιούρι στην εμμονική αναζήτηση της ομπρέλας. Τα ίχνη τον οδηγούν τελικά στη Γκλόγκοβα. Αλλά πριν φτάσει εκεί, συναντά μια νεαρή κοπέλα, τη Βερόνικα, και ακούει για τη «θαυματουργή» κόκκινη ομπρέλα της. Ο Γκιούρι αποφασίζει ότι ο μόνος τρόπος για να αποκτήσει την κληρονομιά του είναι να παντρευτεί τη Βερόνικα. Εκείνη τον δέχεται και έχει την ευλογία του αδελφού της, ιερέα της ενορίας. Αλλά τα σχέδιά του ανατρέπονται όταν ανακαλύπτει ότι οι χωρικοί της Γκλόγκοβα είχαν πληρώσει για να αντικατασταθεί η ξύλινη λαβή της ομπρέλας με μια πιο όμορφη ασημένια, και η παλιά λαβή είχε καεί: η κληρονομιά του Γκιούρι χάθηκε. Αλλά με την απώλεια έρχεται η συνειδητοποίηση ότι έχει ερωτευθεί τη Βερόνικα και την παντρεύεται για αυτό που είναι, όχι για να αποκτήσει την κληρονομιά του. Η ομπρέλα παρέμεινε ένα πολύτιμο κειμήλιο στην οικογένειά τους.[7]

Διασκευές ταινιών

Το μυθιστόρημα έχει διασκευαστεί για την οθόνη τρεις φορές πάντα με τον τίτλο Η ομπρέλα του Αγίου Πέτρου: μια βωβή εκδοχή του 1917 σε σκηνοθεσία Αλεξάντερ Κόρντα, μια ηχητική ταινία του 1935 σε σκηνοθεσία του Γκέζα φον Τσίφρα και μια ταινία του 1958 σε σκηνοθεσία των Φρίγιες Μπαν και Βλάντισλαβ Πάβλοβιτς.[8]

Μετάφραση στα ελληνικά

Παραπομπές

Κατηγορία:Ουγγρική λογοτεχνία Κατηγορία:Μυθιστορήματα που έγιναν ταινίες
Κατηγορία:Λήμματα που περιέχουν κείμενο στα ουγγρικά Κατηγορία:Μυθιστορήματα που έγιναν ταινίες Κατηγορία:Ουγγρική λογοτεχνία Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P1476 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P407 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P50 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P577 Κατηγορία:Σελίδα που χρησιμοποιεί δεδομένα των Wikidata/P7937