Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/86

Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.

Ο ΣΙΩΠΗΛΟΣ

Δὲν δύναμαι νὰ κατηγορήσω τὸν κουρέα μου ὅτι ἐκληρονόμησε τὸ ἐλάττωμα τῶν ἀρχαίων ὁμοτέχνων του. Ποτὲ δὲν εὑρέθηκα εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν ὁ ἀρχαῖος ἐκεῖνος, ὅστις, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ κουρέως «Πῶς σε κείρω;», ἀπήντησε «Σιωπῶν». Ποτὲ δὲν μοῦ ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας του περὶ τῆς διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ μας ἢ τὰς γνώμας του περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος.

Ἐξ ἐναντίας αὐτὸς ἀναγκάζεται νὰ μοῦ συμβουλεύῃ σιωπὴν διὰ νὰ μὴ μὲ κόψῃ μὲ τὸ ξυράφι του.

— Προσέξετε, μὴ μιλᾶτε νὰ μὴ κοπῆτε!

Αὐτὸ δὲ καὶ τὸ «μὲ τὶς ὑγεῖες σας», μὲ τὸ ὁποῖον τελειώνει τὸ ξύρισμα, εἶνε αἱ μόναι λέξεις τὰς ὁποίας ἀκούω ἀπὸ τὸ στόμα του.

Εἶνε χολερικῆς μορφῆς ἄνθρωπος, ὠχρὸς καὶ ἰσχνός, σχεδὸν σκυθρωπὸς πάντοτε. Ἀλλὰ δὲν εἶνε σταθερὸς κανὼν ὅτι οἱ χολερικοὶ εἶνε ὀλιγόλογοι. Ἐγνώρισα ἀνθρώπους αὐτοῦ τοῦ τύπου, ἀνυποφόρους φλυάρους, κατὰ τοσοῦτο δὲ μᾶλλον ἐπικινδύνους, καθ’ ὅσον ἡ σοβαρὰ μορφή των ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην καὶ ἀνύποπτοι ἐμπίπτετε εἰς τὴν παγίδα.

Ἀλλ’ ἡ ὀλιγολογία τοῦ κουρέως μου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς μὲ εὐχαρίστει, ἐξ ἄλλου μ’ ἐπείσμωνε καὶ μ’ ἐσκανδάλιζε. Μοῦ ἐφαίνετο τρόπον τινὰ ἀσέβεια πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ διέψευδε τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν εἶχα περὶ τῶν κουρέων κατὰ τρόπον τόσον ἀπρόοπτον, ὥστε νὰ μοῦ φαίνεται ὡς προσβολὴ προσωπική. Αὐτός, ὄχι μόνον φλύαρος δὲν ἦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπέφερε τὰς ὁμιλίας τῶν ἄλλων.

Διὰ τοῦτο ἀνέστρεψα τοὺς ὅρους. Ἐφλυάρουν ἐγὼ ὁ πελάτης,

Κατηγορία:Εγκρίθηκε