Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/87
προσπαθῶν νὰ ἐξερεθίσω τὴν σιωπηλήν του ἀπάθειαν καὶ ἐκδικούμενος συγχρόνως δι’ ὅσα ἔχει ὑποφέρει ἀπ’ αἰώνων τὸ γενειοφόρον γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν πολυλογίαν τῶν κουρέων. Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου ἀπήντα μὲ ξηρὰ μονοσύλλαβα· καὶ ὁσάκις τὸν ἠνάγκαζα νὰ εἴπῃ περισσότερα, μοῦ ἐπέβαλλε σιωπὴν μὲ τὴν ἀπειλὴν τοῦ ξυραφιοῦ.
— Μὴ μιλᾶτε, σᾶς εἶπα, νὰ μὴ σᾶς κόψῃ τὸ ξυράφι.
Ὑποθέτω δὲ ὅτι σκοπίμως μ’ ἔκοπτεν ἐνίοτε, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ καὶ διὰ τοῦ παραδείγματος τοὺς λόγους του.
Μίαν ἡμέραν ἔτυχε νὰ εἴμεθα οἱ δύο μας μόνον εἰς τὸ κουρεῖον. Ἐνῷ δὲ μ’ ἐσαπούνιζε τοῦ εἶπα:
— Δὲ μοῦ λές, κὺρ Σταῦρο, κρατᾷς λογαριασμὸ πόσα κεφάλια ἔχεις μπαρμπερίσει ἕως τώρα;
Ἡ ἀνόητος αὐτὴ ἐρώτησις φαίνεται ὅτι τοῦ ἤρεσε, διότι ἀντὶ νὰ μοῦ κόψῃ τὴν συνέχειαν δι’ ἑνὸς ξηροῦ ὄχι, κατὰ τὴν συνήθειάν του, εἶπεν:
— Ὅλα τὰ μεγάλα κεφάλια τῆς Ἑλλάδος ἔχουν περάσει ἀπὸ τὰ χέρια μου καὶ σὲ βεβαιῶ ὅτι δὲν ζυγίζουν μεγάλο πράμμα. Ὅλα κούφια καὶ ἐλαφρά. Εἶμαι κουρεὺς τριάντα πέντε χρόνια. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ἔχω ξυρίσει πολιτικούς, στρατιωτικούς, καθηγητάς, διπλωμάτας, ἀνωτέρους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, δημοσιογράφους… τέλος πάντων τὰς κορυφάς ὅλων τῶν κλάδων ποῦ μᾶς διευθύνουν…
Ἡ ἀπροσδόκητος αὕτη διάχυσις μ’ ἐξέπληξε καὶ ἂν συνέπιπτε μὲ τὰς ἑορτὰς τῆς 25 Μαρτίου καὶ τῆς 15 Αὐγούστου, θὰ τὴν ἀπέδιδα εἰς θαῦμα τῆς Παναγίας τῆς Τήνου, ἥτις ἀποδίδει τὴν φωνὴν εἰς τοὺς ἀλάλους.
Ἐπωφελήθην τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἦτο παροδικόν.
— Καὶ δὲ μοῦ λές, κὺρ Σταῦρο, διὰ μιᾶς ἀρχίζετε νὰ ξυρίζετε ἀνθρώπους σεῖς οἱ κουρεῖς; Δὲν κάνετε καμμιὰ προάσκησιν;
— Τί; μήπως πιστεύεις καὶ τοὐλόγου σου ὅτι γυμναζόμεθα πρῶτον σὲ γουρουνίσια κεφάλια, σὰν πατσατζίδες;
— Λοιπὸν ποιὸν πρωτοξύρισες;