Σελίδα:Abba Dorotheos.pdf/109
τάκρινα, ἢ τὸν ἐσυχάθηκα, ἢ τὸν ἐκαταλάλησα; Τάχα νὰ μὴν ἐζήτησα τοῦ κελλάρη τίποτες, καὶ δὲν μοῦ ἔδωκε, καὶ τὸν ἐκα- τάκρινα, καὶ τὸν ἐγόγγυσα, μὴ νὰ δὲν ἔγινε τὸ μαγέρευμα καλόν, καὶ εἶπα λόγον, καὶ ἐντρόπιασα τὸν ἀδελφόν μου, καὶ τὸν ἐλύπησα; ἢ δὲν μοῦ ἐφάνη καλὸν, καὶ ἐγόγγυσα εἰς τοῦ λόγου μου; διότι ἐὰν καὶ μέσα εἰς τὸν νοῦν του γογγύσῃ κανείς,— ἁμαρτία εἶναι. Καὶ πάλιν νὰ λέγῃ· ἄραγε μὴ νὰ μοῦ εἶπεν ὁ κανονάρχος, ἄλλος ἀδελφὸς λόγον, καὶ δὲν τὸν ἐβάσταξα, ἀλλὰ τὸν ἐναντιώ- θηκα· ἔτζη χρεωστοῦμεν νὰ ἐξετάζωμεν τοῦ λόγου μας πᾶσαν ἡμέραν, πῶς ἐπεράσαμεν. Ομοίως πρέπει νὰ ἐξετάζῃ κανεὶς τοῦ λόγου του, πῶς ἐπέρασε καὶ τὴν νύκτα, ἂν ἐσηκώθη μετά προς θυμίας εἰς τὴν ἀκολουθίαν, νὰ μὴν ἐβαρέθη πρὸς ἐκεῖνον ὁποῦ τὸν ἐξύπνησεν, ἢ ἐγόγγυσεν εἰς αὐτόν· διότι πρέπει νὰ ἠξεύρῃ τινὰς, ὅτι ἐκεῖνος, ὁποῦ τὸν ἐξυπνᾷ εἰς τὴν ἀκολουθίαν, μεγάλως τὸν εὐεργετεῖ, καὶ μεγάλων ἀγαθῶν πρόξενος τοῦ γίνεται, διότι τὸν ξυπνᾶ νὰ ὁμιλῇ μὲ τὸν Θεὸν, καὶ νὰ παρακαλέσῃ διὰ τὰς ἁμαρτίας του, καὶ νὰ φωτισθῇ. Πῶς λοιπὸν, δὲν χρεωστεῖ νὰ εὐχαριστῇ τινὰς τὸν τοιοῦτον, κατὰ ἀλήθειαν, πρέπει νὰ τὸν ἔχῃ, πῶς διατ᾽ ἐκεῖνον εἶναι ἡ σωτηρία του. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ περὶ τούτου ἕνα πράγμα θαυμαστὸν, ὁποῦ ἤκουσα ἀπὸ μεγάλου γέ ροντος προορατικοῦ, ὅτι, στεκάμενος εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὡς ἔβα- λαν οἱ ἀδελφοὶ ἀρχὴν νὰ ψάλλουν, ἔβλεπεν ὁποῦ εὔγενεν ἀπὸ τὸ βῆμα κάποιος λαμπροφόρος, βαστώντας εἰς τὰ χέρια, ὡσὰν σκουτέλιον, ὁποῦ εἶχε μύρον καὶ μίαν χριαλίδα, καὶ ἔβρεχε τὴν χριαλίδαν ἐκείνην εἰς τὸ μύρον· καὶ ἐσφράγιζεν ὅλους τοὺς ἀδελ φοὺς τρυγύρου· καὶ ἐκείνων, ὁποῦ ἔλειπαν, ἀλλονῶν μὲν ἐσφρά γιζε τοὺς τόπους, καὶ ἀλλονῶν ὄχι· καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀπόλυσιν τὸν ἔβλεπεν, ὁποῦ εὔγενε καὶ ἔκαμνεν ὁμοίως. Τὸ λοιπὸν, ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν, τὸν ἐπίασεν ὁ γέρων, καὶ ἔπεσεν εἰς τὰ ποδάριά του, καὶ τὸν ἐπαρεκάλει νὰ τοῦ δείξῃ ἐκεῖνο ὁποῦ ἔκαμνε, καὶ τίς εἶναι. Λέγει του ἐκεῖνος ὁ λαμπροφόρος, «ἐγὼ εἶμαι Αγγελος Κυ ρίου, καὶ ἐπροστάχθηκα νὰ δίδω τὴν σφραγίδα ταύτην εἰς ἐκεί νους ὁποῦ εὑρίσκουνται εἰς τὴν ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς 10 |