Αβράμογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Αβράμογλου | οι | Αβράμογλοι & Αβραμογλαίοι |
οι | Αβράμογλου |
| γενική | του/της | Αβράμογλου | των | Αβράμογλων & Αβραμογλαίων |
των | Αβράμογλου |
| αιτιατική | τον/την | Αβράμογλου | τους | Αβράμογλους & Αβραμογλαίους |
τους/τις | Αβράμογλου |
| κλητική | Αβράμογλου | Αβράμογλοι & Αβραμογλαίοι |
Αβράμογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Αβράμογλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
- λατινικοί χαρακτήρες: Abramoglou, Avramoglou Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγομαρβα