Αγγελάκογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Αγγελάκογλου | οι | Αγγελάκογλοι & Αγγελακογλαίοι |
οι | Αγγελάκογλου |
| γενική | του/της | Αγγελάκογλου | των | Αγγελάκογλων & Αγγελακογλαίων |
των | Αγγελάκογλου |
| αιτιατική | τον/την | Αγγελάκογλου | τους | Αγγελάκογλους & Αγγελακογλαίους |
τους/τις | Αγγελάκογλου |
| κλητική | Αγγελάκογλου | Αγγελάκογλοι & Αγγελακογλαίοι |
Αγγελάκογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Αγγελάκογλου αρσενικό ή θηλυκό