Ακκογιούνογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ακκογιούνογλου | οι | Ακκογιούνογλοι & Ακκογιουνογλαίοι |
οι | Ακκογιούνογλου |
| γενική | του/της | Ακκογιούνογλου | των | Ακκογιούνογλων & Ακκογιουνογλαίων |
των | Ακκογιούνογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ακκογιούνογλου | τους | Ακκογιούνογλους & Ακκογιουνογλαίους |
τους/τις | Ακκογιούνογλου |
| κλητική | Ακκογιούνογλου | Ακκογιούνογλοι & Ακκογιουνογλαίοι |
Ακκογιούνογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Ακκογιούνογλου αρσενικό ή θηλυκό