Αλευροστάφυλο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Αλευροστάφυλο τα Αλευροστάφυλα
      γενική του Αλευροστάφυλου των Αλευροστάφυλων
    αιτιατική το Αλευροστάφυλο τα Αλευροστάφυλα
     κλητική Αλευροστάφυλο Αλευροστάφυλα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Αλευροστάφυλο < αλευρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλευρο- (νέα ελληνικά) + σταφύλ(ι) + -ο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ολυφατσορυελα

Αλευροστάφυλο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ολυφατσορυελα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελληνικές ποικιλίες αμπέλου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αλευρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)