Αλτινμπάσογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Αλτινμπάσογλου | οι | Αλτινμπάσογλοι & Αλτινμπασογλαίοι |
οι | Αλτινμπάσογλου |
| γενική | του/της | Αλτινμπάσογλου | των | Αλτινμπάσογλων & Αλτινμπασογλαίων |
των | Αλτινμπάσογλου |
| αιτιατική | τον/την | Αλτινμπάσογλου | τους | Αλτινμπάσογλους & Αλτινμπασογλαίους |
τους/τις | Αλτινμπάσογλου |
| κλητική | Αλτινμπάσογλου | Αλτινμπάσογλοι & Αλτινμπασογλαίοι |
Αλτινμπάσογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Αλτινμπάσογλου αρσενικό ή θηλυκό