Ανατολικοευρωπαίος
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Ανατολικοευρωπαίος αρσενικό
- άτομο που προέρχεται από ή έχει στενούς δεσμούς καταγωγής με μια από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως αυτή νοείται γεωγραφικά, πολιτισμικά ή ιστορικά
Συγγενικά
- Ανατολικοευρωπαία
- ανατολικοευρωπαϊκός
- → δείτε τις λέξεις ανατολή και Ευρώπη
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Ανατολικοευρωπαίος
Αναφορές
- ↑ Ανατολικοευρωπαίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)