Αντιπαρμάτογλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Αντιπαρμάτογλου οι Αντιπαρμάτογλοι
& Αντιπαρματογλαίοι
οι Αντιπαρμάτογλου
      γενική του/της Αντιπαρμάτογλου των Αντιπαρμάτογλων
& Αντιπαρματογλαίων
των Αντιπαρμάτογλου
    αιτιατική τον/την Αντιπαρμάτογλου τους Αντιπαρμάτογλους
& Αντιπαρματογλαίους
τους/τις Αντιπαρμάτογλου
     κλητική Αντιπαρμάτογλου Αντιπαρμάτογλοι
& Αντιπαρματογλαίοι
Αντιπαρμάτογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Αντιπαρμάτογλου < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Αντιπαρμάτογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)