Βορειοευρωπαίος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βορειοευρωπαίος οι Βορειοευρωπαίοι
      γενική του Βορειοευρωπαίου των Βορειοευρωπαίων
    αιτιατική τον Βορειοευρωπαίο τους Βορειοευρωπαίους
     κλητική Βορειοευρωπαίε Βορειοευρωπαίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Βορειοευρωπαίος < βόρειος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + Ευρωπαίος (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Northern European[1])

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Βορειοευρωπαίος αρσενικό

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Βορειοευρωπαίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοιαπωρυεοιεροβ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)