Βορειοευρωπαίος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Βορειοευρωπαίος αρσενικό
- άτομο που προέρχεται από ή έχει στενούς δεσμούς καταγωγής με μια από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπως αυτή νοείται γεωγραφικά, πολιτισμικά ή ιστορικά
Συγγενικά
- Βορειοευρωπαία
- βορειοευρωπαϊκός
- → δείτε τις λέξεις βορράς και Ευρώπη
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Βορειοευρωπαίος
Αναφορές
- ↑ Βορειοευρωπαίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)