Βουρδουμπάκις
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Βουρδουμπάκις | οι | Βουρδουμπάκιδες |
| γενική | του | Βουρδουμπάκι | των | Βουρδουμπάκιδων |
| αιτιατική | τον | Βουρδουμπάκι | τους | Βουρδουμπάκιδες |
| κλητική | Βουρδουμπάκι | Βουρδουμπάκιδες | ||
| Ο πληθυντικός κατά το -άκηδες. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Χατζιδάκις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Βουρδουμπάκις αρσενικό