Γαβριέλογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Γαβριέλογλου | οι | Γαβριέλογλοι & Γαβριελογλαίοι |
οι | Γαβριέλογλου |
| γενική | του/της | Γαβριέλογλου | των | Γαβριέλογλων & Γαβριελογλαίων |
των | Γαβριέλογλου |
| αιτιατική | τον/τη | Γαβριέλογλου | τους | Γαβριέλογλους & Γαβριελογλαίους |
τους/τις | Γαβριέλογλου |
| κλητική | Γαβριέλογλου | Γαβριέλογλοι & Γαβριελογλαίοι |
Γαβριέλογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Γαβριέλογλου αρσενικό ή θηλυκό