Γεωργάκογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Γεωργάκογλου | οι | Γεωργάκογλοι & Γεωργακογλαίοι |
οι | Γεωργάκογλου |
| γενική | του/της | Γεωργάκογλου | των | Γεωργάκογλων & Γεωργακογλαίων |
των | Γεωργάκογλου |
| αιτιατική | τον/τη | Γεωργάκογλου | τους | Γεωργάκογλους & Γεωργακογλαίους |
τους/τις | Γεωργάκογλου |
| κλητική | Γεωργάκογλου | Γεωργάκογλοι & Γεωργακογλαίοι |
Γεωργάκογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Γεωργάκογλου αρσενικό ή θηλυκό