Γιαννακάριος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Γιαννακάριος | οι | Γιαννακάριοι & Γιαννακαραίοι2 |
| γενική | του | Γιαννακάριου & Γιαννακαρίου1 |
των | Γιαννακάριων & Γιαννακαραίων |
| αιτιατική | τον | Γιαννακάριο | τους | Γιαννακάριους & Γιαννακαραίους |
| κλητική | Γιαννακάριε | Γιαννακάριοι & Γιαννακαραίοι | ||
| 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο. 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Γιαννακάριος αρσενικό (θηλυκό Γιαννακαρίου)