Γραμματικούλα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Γραμματικούλα | οι | Γραμματικούλες |
| γενική | της | Γραμματικούλας | — | |
| αιτιατική | τη | Γραμματικούλα | τις | Γραμματικούλες |
| κλητική | Γραμματικούλα | Γραμματικούλες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- Γραμματικούλα < Γραμματικ(ή) + υποκοριστικό επίθημα -ούλα
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Γραμματικούλα θηλυκό
- υποκοριστικό, χαϊδευτικό γυναικείο όνομαΚατηγορία:Γυναικεία ονόματα με επίθημα -ούλα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
Μεταφράσεις
για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε Γραμματική
Γραμματικούλα
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γυναικεία ονόματα με επίθημα -ούλα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)