Δεϊρμενδζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Δεϊρμενδζόγλου | οι | Δεϊρμενδζόγλοι & Δεϊρμενδζογλαίοι |
οι | Δεϊρμενδζόγλου |
| γενική | του/της | Δεϊρμενδζόγλου | των | Δεϊρμενδζόγλων & Δεϊρμενδζογλαίων |
των | Δεϊρμενδζόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Δεϊρμενδζόγλου | τους | Δεϊρμενδζόγλους & Δεϊρμενδζογλαίους |
τους/τις | Δεϊρμενδζόγλου |
| κλητική | Δεϊρμενδζόγλου | Δεϊρμενδζόγλοι & Δεϊρμενδζογλαίοι |
Δεϊρμενδζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Δεϊρμενδζόγλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
Πηγές
- Ευρετήριο: Συγγραφέων-Μεταφραστών-Φιλολογικών Εκδοτών, Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού», Μουσείο Μπενάκη, ανακτήθηκε 22/11/2023 Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγοζδνεμριεδ