Δουμουτζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Δουμουτζόγλου | οι | Δουμουτζόγλοι & Δουμουτζογλαίοι |
οι | Δουμουτζόγλου |
| γενική | του/της | Δουμουτζόγλου | των | Δουμουτζόγλων & Δουμουτζογλαίων |
των | Δουμουτζόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Δουμουτζόγλου | τους | Δουμουτζόγλους & Δουμουτζογλαίους |
τους/τις | Δουμουτζόγλου |
| κλητική | Δουμουτζόγλου | Δουμουτζόγλοι & Δουμουτζογλαίοι |
Δουμουτζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Δουμουτζόγλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
Πηγές
- Δαλακούρα, Παναγιώτα. (2020), Τα επώνυμα της Καβάλας. Γλωσσολογική προσέγγιση. Mεταπτυχιακή διπλωματική εργασία. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. DOI, pdf. Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγοζτυομυοδ