Δυτικοευρωπαίος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Δυτικοευρωπαίος οι Δυτικοευρωπαίοι
      γενική του Δυτικοευρωπαίου των Δυτικοευρωπαίων
    αιτιατική τον Δυτικοευρωπαίο τους Δυτικοευρωπαίους
     κλητική Δυτικοευρωπαίε Δυτικοευρωπαίοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Δυτικοευρωπαίος < Δυτική Ευρώπη + -αίοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -αίος (νέα ελληνικά) (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Western European[1]

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Δυτικοευρωπαίος αρσενικό (θηλυκό Δυτικοευρωπαία)

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. Δυτικοευρωπαίος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοιαπωρυεοκιτυδ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -αίος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)