Εβρενεζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Εβρενεζόγλου | οι | Εβρενεζόγλοι & Εβρενεζογλαίοι |
οι | Εβρενεζόγλου |
| γενική | του/της | Εβρενεζόγλου | των | Εβρενεζόγλων & Εβρενεζογλαίων |
των | Εβρενεζόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Εβρενεζόγλου | τους | Εβρενεζόγλους & Εβρενεζογλαίους |
τους/τις | Εβρενεζόγλου |
| κλητική | Εβρενεζόγλου | Εβρενεζόγλοι & Εβρενεζογλαίοι |
Εβρενεζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Εβρενεζόγλου αρσενικό ή θηλυκό