Εκμεκτσίογλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Εκμεκτσίογλου οι Εκμεκτσίογλοι
& Εκμεκτσιογλαίοι
οι Εκμεκτσίογλου
      γενική του/της Εκμεκτσίογλου των Εκμεκτσίογλων
& Εκμεκτσιογλαίων
των Εκμεκτσίογλου
    αιτιατική τον/την Εκμεκτσίογλου τους Εκμεκτσίογλους
& Εκμεκτσιογλαίους
τους/τις Εκμεκτσίογλου
     κλητική Εκμεκτσίογλου Εκμεκτσίογλοι
& Εκμεκτσιογλαίοι
Εκμεκτσίογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Εκμεκτσίογλου < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Εκμεκτσίογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Καμπούρογλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)