Εμιρτζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Εμιρτζόγλου | οι | Εμιρτζόγλοι & Εμιρτζογλαίοι |
οι | Εμιρτζόγλου |
| γενική | του/της | Εμιρτζόγλου | των | Εμιρτζόγλων & Εμιρτζογλαίων |
των | Εμιρτζόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Εμιρτζόγλου | τους | Εμιρτζόγλους & Εμιρτζογλαίους |
τους/τις | Εμιρτζόγλου |
| κλητική | Εμιρτζόγλου | Εμιρτζόγλοι & Εμιρτζογλαίοι |
Εμιρτζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Εμιρτζόγλου αρσενικό ή θηλυκό