Ερμανοήλογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ερμανοήλογλου | οι | Ερμανοήλογλοι & Ερμανοηλογλαίοι |
οι | Ερμανοήλογλου |
| γενική | του/της | Ερμανοήλογλου | των | Ερμανοήλογλων & Ερμανοηλογλαίων |
των | Ερμανοήλογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ερμανοήλογλου | τους | Ερμανοήλογλους & Ερμανοηλογλαίους |
τους/τις | Ερμανοήλογλου |
| κλητική | Ερμανοήλογλου | Ερμανοήλογλοι & Ερμανοηλογλαίοι |
Ερμανοήλογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Ερμανοήλογλου αρσενικό ή θηλυκό