Ετμεκτζόγλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Ετμεκτζόγλου οι Ετμεκτζόγλοι
& Ετμεκτζογλαίοι
οι Ετμεκτζόγλου
      γενική του/της Ετμεκτζόγλου των Ετμεκτζόγλων
& Ετμεκτζογλαίων
των Ετμεκτζόγλου
    αιτιατική τον/την Ετμεκτζόγλου τους Ετμεκτζόγλους
& Ετμεκτζογλαίους
τους/τις Ετμεκτζόγλου
     κλητική Ετμεκτζόγλου Ετμεκτζόγλοι
& Ετμεκτζογλαίοι
Ετμεκτζόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Ετμεκτζόγλου < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Ετμεκτζόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)