Ευφραίμογλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ευφραίμογλου | οι | Ευφραίμογλοι & Ευφραιμογλαίοι |
οι | Ευφραίμογλου |
| γενική | του/της | Ευφραίμογλου | των | Ευφραίμογλων & Ευφραιμογλαίων |
των | Ευφραίμογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ευφραίμογλου | τους | Ευφραίμογλους & Ευφραιμογλαίους |
τους/τις | Ευφραίμογλου |
| κλητική | Ευφραίμογλου | Ευφραίμογλοι & Ευφραιμογλαίοι |
Ευφραίμογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Ευφραίμογλου αρσενικό ή θηλυκό