Θεοδωρακιόγλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Θεοδωρακιόγλου οι Θεοδωρακιόγλοι
& Θεοδωρακιογλαίοι
οι Θεοδωρακιόγλου
      γενική του/της Θεοδωρακιόγλου των Θεοδωρακιόγλων
& Θεοδωρακιογλαίων
των Θεοδωρακιόγλου
    αιτιατική τον/τη Θεοδωρακιόγλου τους Θεοδωρακιόγλους
& Θεοδωρακιογλαίους
τους/τις Θεοδωρακιόγλου
     κλητική Θεοδωρακιόγλου Θεοδωρακιόγλοι
& Θεοδωρακιογλαίοι
Θεοδωρακιόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Θεοδωρακιόγλου < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Θεοδωρακιόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)