Καγκελάριος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Καγκελάριος | οι | Καγκελάριοι & Καγκελαραίοι2 |
| γενική | του | Καγκελάριου & Καγκελαρίου1 |
των | Καγκελάριων & Καγκελαραίων |
| αιτιατική | τον | Καγκελάριο | τους | Καγκελάριους & Καγκελαραίους |
| κλητική | Καγκελάριε | Καγκελάριοι & Καγκελαραίοι | ||
| 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο. 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Καγκελάριος αρσενικό
Μεταγραφές
Πηγές
- Ευρετήριο: Συγγραφέων-Μεταφραστών-Φιλολογικών Εκδοτών, Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού», Μουσείο Μπενάκη, ανακτήθηκε 22/11/2023 Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοιραλεκγακ