Καγκελάριος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καγκελάριος οι Καγκελάριοι
& Καγκελαραίοι2
      γενική του Καγκελάριου
& Καγκελαρίου1
των Καγκελάριων
& Καγκελαραίων
    αιτιατική τον Καγκελάριο τους Καγκελάριους
& Καγκελαραίους
     κλητική Καγκελάριε Καγκελάριοι
& Καγκελαραίοι
 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο.
 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σακελλάριος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Καγκελάριος < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Καγκελάριος αρσενικό

Μεταγραφές

Πηγές

Κατηγορία:Ανδρικά επώνυμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σακελλάριος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)