Καζελόγλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Καζελόγλου οι Καζελόγλοι
& Καζελογλαίοι
οι Καζελόγλου
      γενική του/της Καζελόγλου των Καζελόγλων
& Καζελογλαίων
των Καζελόγλου
    αιτιατική τον/την Καζελόγλου τους Καζελόγλους
& Καζελογλαίους
τους/τις Καζελόγλου
     κλητική Καζελόγλου Καζελόγλοι
& Καζελογλαίοι
Καζελόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Καζελόγλου < Κατηγορία:Επώνυμα από παρωνύμια (νέα ελληνικά)τουρκική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων - επώνυμα από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) gazel (μουσική ωδή)Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων - επώνυμα από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) + -όγλου

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Καζελόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Δημιουργία λέξεων - επώνυμα από τα τουρκικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα από παρωνύμια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους με επίθημα -όγλου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων - επώνυμα από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)