Καθαρά Δευτέρα
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Καθαρά Δευτέρα | οι | Καθαρές Δευτέρες |
| γενική | της | Καθαράς Δευτέρας | — | |
| αιτιατική | την | Καθαρά Δευτέρα | τις | Καθαρές Δευτέρες |
| κλητική | Καθαρά Δευτέρα | Καθαρές Δευτέρες | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Προφορά
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Καθαρά Δευτέρα θηλυκό
- (θρησκεία)Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, 48 ημέρες πριν από την Κυριακή τού Πάσχα
Άλλες μορφές
Συγγενικά
- καθαροδευτεριάτικα
- καθαροδευτεριάτικος
- → δείτε τις λέξεις καθαρός, Δευτέρα, δεύτερος και δύο
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
Καθαρά Δευτέρα
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)