Καθαροδευτέρα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Καθαροδευτέρα οι Καθαροδευτέρες
      γενική της Καθαροδευτέρας
    αιτιατική την Καθαροδευτέρα τις Καθαροδευτέρες
     κλητική Καθαροδευτέρα Καθαροδευτέρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Καθαροδευτέρα < καθαρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα καθαρο- (νέα ελληνικά) + Δευτέρα

Προφορά

ΔΦΑ : /ka.θa.ɾo.ðeˈfte.ɾa/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Καθαροδευτέρα

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Καθαροδευτέρα θηλυκό

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Θρησκεία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα καθαρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)