Κακοπέρατο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Κακοπέρατο τα Κακοπέρατα
      γενική του Κακοπέρατου των Κακοπέρατων
    αιτιατική το Κακοπέρατο τα Κακοπέρατα
     κλητική Κακοπέρατο Κακοπέρατα
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Κακοπέρατο < κακο-Κατηγορία:Τοπωνύμια με πρόθημα κακο- (νέα ελληνικά) + περατός

Προφορά

ΔΦΑ : /ka.koˈpe.ɾa.to/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κακοπέρατο

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Κακοπέρατο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οταρεποκακ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Οικισμοί (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Οικισμοί της Εύβοιας (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τοπωνύμια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τοπωνύμια με πρόθημα κακο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Τοπωνύμια της Εύβοιας (νέα ελληνικά)