Καρμακόλλιας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καρμακόλλιας οι Καρμακόλλιες
& Καρμακολλιέηδες
      γενική του Καρμακόλλια των
Καρμακολλιέηδων
    αιτιατική τον Καρμακόλλια τους Καρμακόλλιες
& Καρμακολλιέηδες
     κλητική Καρμακόλλια Καρμακόλλιες
& Καρμακολλιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Πετρούνιας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Καρμακόλλιας < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες - επώνυμα (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Καρμακόλλιας αρσενικό

Μεταγραφές

Κατηγορία:Ανδρικά επώνυμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες - επώνυμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Πετρούνιας' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)