Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'εύελπις' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | ο/η | εύελπις | το | εύελπι | ||
| γενική | του/της | ευέλπιδος | του | ευέλπιδος | ||
| αιτιατική | τον/την | εύελπι(ν) | το | εύελπι | ||
| κλητική | εύελπι | εύελπι | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | οι | ευέλπιδες | τα | ευέλπιδα | ||
| γενική | των | ευελπίδων (ευέλπιδων*) |
των | ευελπίδων (ευέλπιδων*) | ||
| αιτιατική | τους/τις | ευέλπιδες | τα | ευέλπιδα | ||
| κλητική | ευέλπιδες | ευέλπιδα | ||||
| Αρχαιόκλιτο. * Τύπος γενικής πληθυντικού '-ιδων, όπως στη δημοτική. | ||||||
| Κατηγορία όπως «εύελπις» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Αρχαιόκλιτα επίθετα σε -ις, γενική -ιδος
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'εύελπις'}} |