Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μετριόφρων' (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » ... Επίθετα κατά την κλίση » ομάδα: -ων / -ονας » μετριόφρονας |
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | μετριόφρων & μετριόφρονας |
η | μετριόφρων | το | μετριόφρον |
| γενική | του | μετριόφρονος & μετριόφρονα |
της | μετριόφρονος | του | μετριόφρονος |
| αιτιατική | τον | μετριόφρονα | τη | μετριόφρονα | το | μετριόφρον |
| κλητική | μετριόφρων & μετριόφρονα |
μετριόφρων | μετριόφρον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | μετριόφρονες | οι | μετριόφρονες | τα | μετριόφρονα |
| γενική | των | μετριοφρόνων | των | μετριοφρόνων | των | μετριοφρόνων |
| αιτιατική | τους | μετριόφρονες | τις | μετριόφρονες | τα | μετριόφρονα |
| κλητική | μετριόφρονες | μετριόφρονες | μετριόφρονα | |||
| Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές. | ||||||
| ομάδα '-ων-ονας', Κατηγορία όπως «μετριόφρονας» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Λόγια επίθετα σε -ων, -ων, -ον με γενική -ονος.
Νεότεροι τύποι, του αρσενικού σε -ονας (Κατηγορία 'μετριόφρονας')
- ο μετριόφρων ή ο μετριόφρονας, η μετριόφρων, το μετριόφρον
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'μετριόφρων'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'μετριόφρων' (νέα ελληνικά)"
- αγγλόφρων
- αγνώμων
- αεροβάμων
- αιθεροβάμων
- ακτήμων
- αλλόφρων
- ανελεήμων
- ανοήμων
- απράγμων
- αυτόχθων
- άφρων
- βαρελόφρων
- βασιλόφρων
- γενναιόφρων
- δουλόφρων
- δυτικόφρων
- εθνικόφρων
- ειδήμων
- ελεήμων
- ελευθερόφρων
- επιλήσμων
- ετερόχθων
- εχέφρων
- ημιπαράφρων
- ισχυρογνώμων
- κερδαλεόφρων
- κομπορρήμων
- ματαιόφρων
- μεγαλοπράγμων
- μεγαλορρήμων
- μεγαλόφρων
- μετριόφρων
- νεφελοβάμων
- νοήμων
- νομιμόφρων
- οικτίρμων
- ολιγοπράγμων
- ομόφρων
- ορθόφρων
- ουρανοβάμων
- ουρανογείτων
- πανδέγμων
- παντελεήμων
- παράφρων
- πολυπράγμων
- σώφρων
- ταπεινόφρων
- υψηλόφρων
- φιλοθεάμων
- φιλοπράγμων
- φιλόφρων
- -φρων