Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Μεσαιωνικά ελληνικά » Υφολογικές κατηγορίες » Μεταφορικοί όροι ««« |
Pages in category "Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (μεσαιωνικά ελληνικά)"
- ἀγκούσα
- ἄγκωμα
- αἰσθητός
- ἀναμουρδώνω
- ἄνεμος
- ἄνθος
- ἀνόψανος
- ἀξάφτω
- ἀπακούμπι
- ἀποκουντουρίζω
- ἀπομαργώνω
- ἀποτυφλώνω
- ἀρχιδάτος
- ἀστραπόβροντο
- ἀτσίπωτος
- ἀφρίζω
- ἁφταίνω
- βγαίνουν τά ὀμμάτια
- βλαστάριον
- βοσκός
- γέμω
- γομάριν
- γούλα
- δαμάζω
- δίδω τά χέρια
- δοξεύω
- δοῦλος
- δροσερός
- δρόσος
- δυστράχηλος
- ἐντεροχορδοπλύτης
- ἐντρανίζω
- ἐξάπτω
- ἐξαστεριά
- ἔρνος
- ἐρωτοκάμινος
- εὔμορφος
- ζαχαράτος
- ζαχαροζυμωμένος
- θεωρῶ
- θυγάτηρ
- θυμός
- κακαρίζω
- κακόρεξος
- καμμύω
- κάρβουνο
- καρδία
- καρκατζᾶς
- κατακεντῶ
- κατακομμένος
- κατεβαίνω τό κόττου βόλον
- κλυδωνισμός
- κλῶσμα
- κοιλία
- κοπανίζω
- κοπάνου γυμνότερος
- κόπικας
- κορόνα
- κόττος
- κρουσταλλοχιονάτος
- κρύος
- κρύσταλλον
- κρυσταλλοχιονάτος
- κρυσταλλοχιονοτράχηλος
- λαβώνω
- λάσπη
- λούνομαι τά κλάματα
- μαργαρίτης
- μαργώνω
- μέ καῖνε κάρβουνα
- μολυβένιος
- μονοπάτιν
- μουτεύω
- μπαμπουίνος
- μπόγιας
- νηστεύω
- νιώνω
- ξεκολλῶ
- ξεμακραίνω
- ξενιτεύω
- ξόβεργον
- οἰάκισις
- ὁλόπικρος
- ὀργή
- ὄχεντρα
- παιδευτήριον
- παμμέγιστος
- πανάσχημος
- πάντα λίθον κινέω
- παραμερίζω
- παράπονον
- πολεμάρχης
- πῦρ
- σκληρός
- σκοτῶ
- στιμάρω
- ταλάντευσις
- τέμπλα
- χάνω τούς λόγους
- χέζω τήν οὐσιάν
- χιονόχρωτος