Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τρέχων' (νέα ελληνικά)
>> ομάδα: τρέχων >>
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | τρέχων & τρέχοντας |
η | τρέχουσα | το | τρέχον |
| γενική | του | τρέχοντος & τρέχοντα |
της | τρέχουσας & τρεχούσης* |
του | τρέχοντος |
| αιτιατική | τον | τρέχοντα | την | τρέχουσα | το | τρέχον |
| κλητική | τρέχων & τρέχοντα |
τρέχουσα | τρέχον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | τρέχοντες | οι | τρέχουσες | τα | τρέχοντα |
| γενική | των | τρεχόντων | των | τρεχουσών | των | τρεχόντων |
| αιτιατική | τους | τρέχοντες | τις | τρέχουσες | τα | τρέχοντα |
| κλητική | τρέχοντες | τρέχουσες | τρέχοντα | |||
| Ίδιες είναι οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ων, -ουσα, -ον Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές. * παλιότερος λόγιος τύπος | ||||||
| ομάδα 'τρέχων', Κατηγορία όπως «τρέχων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Λόγιες μετοχές ενεργητικού ενεστώτα σε -ων, -ουσα, -ον με γενική -οντος όπως στην αρχαία κλίση τους.
Το αρσενικό και με νεότερες καταλήξεις (Κατηγορία:τρέχοντας).
Μερικές αρχαιοπρεπείς, δεν συνηθίζουν τις νεότερες καταλήξεις.
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'τρέχων'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τρέχων' (νέα ελληνικά)"
- αμερικανίζων
- απαστράπτων
- αποκλίνων
- αρμόζων
- αρχαΐζων
- άρχων
- αύξων
- γειτνιάζων
- γράφων
- δανείζων
- δευτερεύων
- δημαρχεύων
- διδάσκων
- διευθύνων
- ελλείπων
- ενάγων
- ενδιαφέρων
- εξέχων
- επαΐων
- επαμφοτερίζων
- επείγων
- επιβλέπων
- εφημερεύων
- έχων
- ιθύνων
- καλπάζων
- κατεπείγων
- λαϊκίζων
- λανθάνων
- λήγων
- λιμνάζων
- μαρξίζων
- μέλλων
- νευροαποκλίνων
- παράγων
- παρεκκλίνων
- πάσχων
- περιβάλλων
- περιοδεύων
- πλεονάζων
- πρέπων
- προεδρεύων
- προϋπάρχων
- πρωτεύων
- ρέων
- σημαίνων
- σοσιαλίζων
- συμμετέχων
- συμπάσχων
- συμφέρων
- σφύζων
- ταξιδεύων
- τρέχων
- τριτεύων
- υπάρχων
- υπερβάλλων
- υπογράφων
- φασίζων
- φέρων
- φθορίζων
- φλεγμαίνων