Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'βῶξ' (αρχαία ελληνικά)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
βοακ- > βῶξ (συνηρημένο)
ονομαστική βῶξ οἱ βῶκες
      γενική τοῦ βωκός τῶν βωκῶν
      δοτική τῷ βωκῐ́ τοῖς βωξῐ́(ν)
    αιτιατική τὸν βῶκ τοὺς βῶκᾰς
     κλητική ! βῶξ βῶκες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βῶκε
γεν-δοτ τοῖν  βωκοῖν
3η κλίση, Κατηγορία 'βῶξ' όπως «βῶξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα περισπώμενα αφωνόληκτα ουσιαστικά σε κ-ς > , γενική -κός

βῶξ (< συνηρημένο του βόαξ), τοῦ βωκός, οἱ βῶκες, τῶν βωκῶν

Δείτε και τα οξύτονα -ξ, γενική -κός όπως 'βλάξ'


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'γυψ'|χαρ=κ}}
Κατηγορία:Ουσιαστικά κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά)#βωξ Κατηγορία:Ουσιαστικά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά)#%20 Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φρίξ' με μακρό φωνήεν (αρχαία ελληνικά)#%20

Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'βῶξ' (αρχαία ελληνικά)"

Κατηγορία:Ουσιαστικά κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά περισπώμενα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φρίξ' με μακρό φωνήεν (αρχαία ελληνικά)