Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ποιητᾱ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | ποιητής | οἱ | ποιηταί | |
| γενική | τοῦ | ποιητοῦ | τῶν | ποιητῶν | |
| δοτική | τῷ | ποιητῇ | τοῖς | ποιηταῖς | |
| αιτιατική | τὸν | ποιητήν | τοὺς | ποιητᾱ́ς | |
| κλητική ὦ! | ποιητᾰ́ | ποιηταί | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ποιητᾱ́ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ποιηταῖν | |||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
1η κλίση - οξύτονα αρσενικά ουσιαστικά σε -ής
- ὁ ποιητής, τοῦ ποιητοῦ, οἱ ποιηταί, τῶν ποιητῶν
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'ποιητής'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)"
- ἀγρευτής
- ἀθλητής
- ἀκεστής
- ἀκονητής
- ἀκροβολιστής
- ἀνταγωνιστής
- ἀποδημητής
- ἁρμοστής
- ἀρχιβουλευτής
- ἀσκητής
- ἀσπαλιευτής
- αὐλητής
- βασανιστής
- βουλευτής
- βρωμητής
- γελαστής
- γεφυρωτής
- γυμναστής
- δανειστής
- δερμηστής
- διαιτητής
- διακομιστής
- διαλυτής
- διασκεδαστής
- διασκευαστής
- διευθυντής
- δικαστής
- εἰλαπιναστής
- ἐξηγητής
- ἐραστής
- ἑταιριστής
- εὐαστής
- ζηλωτής
- ἡσυχαστής
- θεατής
- θεραπευτής
- θεωρητής
- θηρευτής
- ἱπποκορυστής
- καθηγητής
- καλλυντής
- καταπατητής
- καταφρονητής
- κιθαριστής
- κομιστής
- κριτής
- κωλοβαθριστής
- λογιστής
- λυτρωτής
- μαγγανευτής
- μαυλιστής
- μελετητής
- μεταλλευτής
- μηνυτής
- νοθευτής
- νυκτερευτής
- οἰκιστής
- Ὁμηριστής
- ὁμιλητής
- ὀνειρευτής
- πακτωτής
- παρατηρητής
- πατητής
- περιπατητής
- ποιητής
- ποικιλτής
- πολεμιστής
- πολιτευτής
- πορθητάς
- πορθητής
- πραγματευτής
- πρεσβευτής
- προξενητής
- σοφιστής
- στασιαστής
- σταυρωτής
- στοχαστής
- συντελεστής
- συριστής
- συσκευαστής
- τιμητής
- τριαστής
- τροχαστής
- τρυγητής
- ὑπασπιστής
- φυσητής
- ψιλοκιθαριστής
- ὠμηστής
- ὠτακουστής
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' εξαιρέσεις (αρχαία ελληνικά)