Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'πτέρυξ' (αρχαία ελληνικά)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
πτερυγ-
ονομαστική πτέρυξ αἱ πτέρυγες
      γενική τῆς πτέρυγος τῶν πτερύγων
      δοτική τῇ πτέρυγ ταῖς πτέρυξ(ν)
    αιτιατική τὴν πτέρυγ τὰς πτέρυγᾰς
     κλητική ! πτέρυξ πτέρυγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πτέρυγε
γεν-δοτ τοῖν  πτερύγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'πτέρυξ' όπως «πτέρυξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

3η κλίση - τριτόκλιτα βαρύτονα αφωνόληκτα ουσιαστικά σε γ-ς > , γενική -γος

πτέρυξ, τῆς πτέρυγος, αἱ πτέρυγες, τῶν πτερύγων


Περισσότερα στο Παράρτημα

για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'φύλαξ'|χαρ=γ}}
Για δίχρονες παραλήγουσες συμπληρώνουμε |δίχρ=β ή |δίχρ=μ ή |δίχρ=?
Κατηγορία:Ουσιαστικά κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά)#πτερυξ Κατηγορία:Ουσιαστικά αφωνόληκτα βαρύτονα (αρχαία ελληνικά)#%20πτερυξ

Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'πτέρυξ' (αρχαία ελληνικά)"

Κατηγορία:Ουσιαστικά αφωνόληκτα βαρύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κατά την κλίση (αρχαία ελληνικά)