Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δέσιμο' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | δέσιμο | τα | δεσίματα |
| γενική | του | δεσίματος | των | δεσιμάτων |
| αιτιατική | το | δέσιμο | τα | δεσίματα |
| κλητική | δέσιμο | δεσίματα | ||
| Κατηγορία όπως «δέσιμο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουδέτερα προπαροξύτονα ανισοσύλλαβα σε -ο με πληθυντικό -ατα. Λήγουν σε σε -σιμο, -ξιμο, -ψιμο.
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'δέσιμο'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δέσιμο' (νέα ελληνικά)"
- αβγοκόψιμο
- αναβοσβήσιμο
- ανοιγοκλείσιμο
- απονίψιμο
- αφαλοκόψιμο
- βάλσιμο
- βάψιμο
- βγάλσιμο
- βήξιμο
- βλάψιμο
- βράσιμο
- βρέξιμο
- βρέσιμο
- βρίσιμο
- γδάρσιμο
- γδύσιμο
- γέρσιμο
- γλείψιμο
- γνέσιμο
- γνέψιμο
- γράψιμο
- γυναικοφέρσιμο
- δάρσιμο
- δείξιμο
- δέξιμο
- δέσιμο
- διάσιμο
- διώξιμο
- δόσιμο
- ζέψιμο
- ζώσιμο
- θαλασσοδάρσιμο
- θαλασσοπνίξιμο
- θάψιμο
- θέσιμο
- θρέψιμο
- -ιμο
- κακοφέρσιμο
- κάψιμο
- κλάσιμο
- κλάψιμο
- κλείσιμο
- κλέψιμο
- κλώσιμο
- κόψιμο
- κράξιμο
- κρύψιμο
- κρώξιμο
- κτίσιμο
- λιάσιμο
- λιώσιμο
- λογοδόσιμο
- λούσιμο
- λύσιμο
- μοιάσιμο
- μουνοχύσιμο
- μπάσιμο
- μπήξιμο
- μπλέξιμο
- νιάσιμο
- νίψιμο
- νοιάξιμο
- ντύσιμο
- ξαναβράσιμο
- ξανασμίξιμο
- ξανασπρώξιμο
- ξάσιμο
- ξεθάψιμο
- ξεμοιάσιμο
- ξεντύσιμο
- ξεροψήσιμο
- ξέσιμο
- ξύσιμο
- παίξιμο
- παραχώσιμο
- πάρσιμο
- πέσιμο
- πήξιμο
- πιάσιμο
- πιόσιμο
- πλάσιμο
- πλέξιμο
- πλύσιμο
- πνίξιμο
- πρήξιμο
- ράψιμο
- ρέψιμο
- ρίξιμο
- ρυάσιμο
- σβήσιμο
- σείσιμο
- σιάξιμο
- σκάσιμο
- σκάψιμο
- σκιάξιμο
- σκίσιμο
- σκούξιμο
- σκύψιμο
- σμίξιμο
- σούρσιμο
- σπάρσιμο
- σπάσιμο
- σπρώξιμο
- στάλσιμο
- στάξιμο
- στείψιμο
- στέρξιμο
- στήσιμο
- στίψιμο
- στρέξιμο
- στρίψιμο
- στρώσιμο
- στύψιμο
- σύρσιμο
- σφάξιμο
- σφίξιμο
- σχίσιμο
- σώσιμο
- τάξιμο
- τάσσιμο
- τρεμοπαίξιμο
- τρέξιμο
- τρίξιμο
- τρίψιμο
- τσούξιμο
- φέξιμο
- φέρσιμο
- φθάσιμο
- φράξιμο
- φταίξιμο
- φτάσιμο
- φτιάξιμο
- φτιάσιμο
- φτύσιμο
- χαρτοδέσιμο
- χάσιμο
- χάψιμο
- χέσιμο
- χτίσιμο
- χύσιμο
- χώσιμο
- ψάλσιμο
- ψάξιμο
- ψήσιμο