Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'εμβαδόν' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | εμβαδόν | τα | εμβαδά |
| γενική | του | εμβαδού | των | εμβαδών |
| αιτιατική | το | εμβαδόν | τα | εμβαδά |
| κλητική | εμβαδόν | εμβαδά | ||
| Κατηγορία όπως «εμβαδόν» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ουδέτερα σε -όν, με πληθυντικό -ά.
- το εμβαδόν, του εμβαδού, τα εμβαδά, των εμβαδών
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'εμβαδόν'}} |