Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'εμπειρογνώμων' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | εμπειρογνώμων | οι | εμπειρογνώμονες |
| γενική | του/της | εμπειρογνώμονος | των | εμπειρογνωμόνων |
| αιτιατική | τον/την | εμπειρογνώμονα | τους/τις | εμπειρογνώμονες |
| κλητική | εμπειρογνώμων & εμπειρογνώμον* |
εμπειρογνώμονες | ||
| * Κατά την αρχαία κλίση. Δείτε και την κλίση του νεότερου εμπειρογνώμονας. | ||||
| Κατηγορία όπως «εμπειρογνώμων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Κοινού γένους λόγια ουσιαστικά σε -ων από τα αρχαία ελληνικά με γενική ενικού -ονος
- ο εμπειρογνώμων, του εμπειρογνώμονος - η εμπειρογνώμων, της εμπειρογνώμονος
Τα αντίστοιχα στην κοινή νεοελληνική, όπως εμπειρογνώμονας
Έτσι κλίνονται και τα αρσενικά όπως το 'νηογνώμων'
Δείτε και τα αρσενικά όπως το 'θεράπων' με γενική ενικού -οντος
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'εμπειρογνώμων'}} |