Κατηγορία:Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Αρχαία ελληνικά » Γραμματικές κατηγορίες » Ουσιαστικά » κατά τη κλίση » 3ης κλίσης » ουδέτερα « Ουσιαστικά ουδέτερα |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)"
- ἄγαλμα
- ἄγασμα
- ἄγκος
- ἀγνόημα
- ἀγόρασμα
- ἄγος
- ἅδος
- ἄθυρμα
- αἶθος
- αἴκισμα
- αἷμα
- αἴνιγμα
- αἶσχος
- ἄκαρι
- ἄκος
- ἄλγημα
- ἄλγος
- ἄλειμμα
- ἄλειφαρ
- ἅλμα
- ἁμάρτημα
- ἀμάρυγμα
- ἄμβαρ
- ἄμυγμα
- ἀναφύσημα
- ἄνθος
- ἀντιτείχισμα
- ἄορ
- ἀπόβρεγμα
- ἀποκρότημα
- ἀπόπτυγμα
- ἀπόφθεγμα
- ἄργματα
- ἄρμα
- ἅρμα
- ἅρμοσμα
- ἄρτημα
- ἄρτυμα
- ἄρωμα
- ἆσθμα
- ᾆσμα
- ἄστυ
- ἄσχυ
- ἄφενος
- ἄχθος
- ἄχος
- ἅψος
- βάθος
- βάρος
- βέλος
- βῆμα
- βιότευμα
- βλῆμα
- βρέγμα
- βρέφος
- βρῶμα
- βύσμα
- γάλα
- γάνος
- γέλασμα
- γένος
- γέρας
- γεῦμα
- γῆθος
- γῆρας
- γλεῦκος
- γλῆνος
- γλύμμα
- γνύθος
- γράμμα
- δάκος
- δάκρυ
- δάνεισμα
- δεῖμα
- δέλεαρ
- δέος
- δέργμα
- δέρμα
- δεῦμα
- δῆγμα
- διάγραμμα
- διάζωμα
- διαίτημα
- διακόνημα
- διάλειμμα
- διάστημα
- διατείχισμα
- διάφραγμα
- διάψαλμα
- διήγημα
- δικαίωμα
- διόρυγμα
- δόλωμα
- δόμα
- δράγμα
- δρᾶμα
- δρίος
- ἔαρ
- ἐγχείρημα
- ἔγχρισμα
- ἕδος
- ἔθνος
- ἔθος
- εἶδος
- εἰκόνισμα
- εἷμα
- εἶρος
- ἔκπωμα
- ἔκτμημα
- ἔκτρωμα
- ἐκχύμωμα
- ἕλιγμα
- ἕλκος
- ἕλος
- ἔμβαμμα
- ἐμπόρευμα
- ἐξάνθημα
- ἐπάγγελμα
- ἐπένδυμα
- ἐπίθεμα
- ἐπίθημα
- ἐπίπταισμα
- ἐπίσαγμα
- ἐπιτήδευμα
- ἐπιχείρημα
- ἔπος
- ἔρεβος
- ἕρκος
- ἕρμα
- ἔρνος
- ἔρυμα
- ἔτνος
- εὕρημα
- ἔχθος
- ἔχμα
- ἕψημα
- ζεῦγμα
- ζήλωμα
- ζήτημα
- ζῶμα
- ἥδυσμα
- ἦθος
- ἦμαρ
- ἧπαρ
- ἦτορ
- θάλπος
- θάρρος
- θάρσος
- θέναρ
- θεώρημα
- θῆμα
- θλάσμα
- θράσος
- θραῦμα
- θρέμμα
- θύος
- ἰδίωμα
- ἵδρυμα
- ἴχνος
- κάθαρμα
- κάλλος
- κάρφος
- κάσσυμα
- κατανόημα
- κάττυμα
- καῦμα
- κελάδημα
- κέλευσμα
- κέρας
- κέρμα
- κεῦθος
- κῆδος
- κιννάβαρι
- κλαῦμα
- κλέος
- κλῆμα
- κλίμα
- κλύσμα
- κόλλημα
- κόμμα
- κόμμι
- κόνδυ
- κράτος
- κρέας
- κρύος
- κτῆμα
- κτῆνος
- κῦδος
- κῦμα
- κύρμα
- κῦρος
- κύτος
- κώλυμα
- κῶμα
- λαῖφος
- λάχος
- λεῖμμα
- λέμμα
- λέμφος
- λῆμα
- λῆμμα
- λῦμα
- μάγευμα
- μάσημα
- μέγεθος
- μέθυ
- μεῖγμα
- μέλαν
- μέλος
- μένος
- μέρος
- μήνυμα
- μηχάνημα
- μίγμα
- μῖγμα
- μίμημα
- μίσθωμα
- μῖσος
- μίσυ
- μνᾶμα
- μνῆμα
- μόρφωμα
- μύσος
- μῶλυ
- νᾶμα
- νᾶπυ
- νεῖκος
- νέκταρ
- νόημα
- νόμισμα
- νῶμα
- οἴδημα
- οἶδμα
- οἰνόγαλα
- ὄμμα
- ὄνειδος
- ὄνομα
- ὀξύγαλα
- ὅραμα
- ὄρος
- πάθος
- παράγγελμα
- παράδειγμα
- πάτος
- πάφλασμα
- πέλαγος
- πέμμα
- πένθος
- πέος
- πέπερι
- πέρας
- πήδημα
- πῆμα
- πήνισμα
- πίλημα
- πλάσμα
- πλέγμα
- πλησίασμα
- πλῆσμα
- πλοῦτος
- πνεῦμα
- ποίημα
- πομφολυγοπάφλασμα
- πονήρευμα
- πρᾶγμα
- πρῖσμα
- πρόσχημα
- πρόταγμα
- πταῖσμα
- πτῶμα
- πυρπόλημα
- πῶμα
- ῥάκος
- ῥάμφος
- ῥεῦμα
- ῥῆγμα
- ῥῆμα
- ῥίνισμα
- ῥύμα
- ῥῦμα
- σάγμα
- σάκος
- σέλαχος
- σῆμα
- σθένος
- σίνος
- σκέλος
- σκεῦος
- σκευώρημα
- σκήνωμα
- σκότος
- σκῦτος
- σκύφος
- σκῶμμα
- σμῆμα
- σμῆνος
- σόφισμα
- σπέος
- σπέρμα
- στέαρ
- στέλεχος
- στέμμα
- στέρφος
- στῆθος
- στίγμα
- στόλισμα
- στόμα
- στόχασμα
- στρατήγημα
- στύγος
- σύνταγμα
- σύστημα
- σφράγισμα
- σχῆμα
- σῶμα
- τάρβος
- τάριχος
- τάρσωμα
- τάφος
- τείχισμα
- τεῖχος
- τέλμα
- τέλος
- τέμαχος
- τέμενος
- τέναγος
- τέρας
- τέρμα
- τεῦχος
- τέχνασμα
- τέχνημα
- τόλμημα
- τραῦμα
- τρῦχος
- τρῶμα
- τύμμα
- ὑπαγκάλισμα
- ὑπόδειγμα
- ὑπόδημα
- ὑπούργημα
- ὕσμα
- ὕψος
- φάος
- φᾶρος
- φέρμα
- φθέγμα
- φλέγμα
- φληνάφημα
- φράγμα
- φρέαρ
- φρύαγμα
- φῦκος
- φυσίαμα
- χάλκωμα
- χάος
- χάρμα
- χεῖλος
- χεῖμα
- χναῦμα
- χρέος
- χρῆμα
- χρῖσμα
- χρῶμα
- χύμα
- χῦμα
- ψεῦδος
- ψεῦσμα
- ψέφος
- ψῆγμα
- ψήφισμα
- ψώμισμα
- -ωμα
- ὠφέλημα
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα 3ης κλίσης ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)