Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Προέλευση λέξεων » από τα βενετικά ««« « Ετυμολογία « Βενετικά |
Η προέλευση των λέξων από γλώσσα σε γλώσσα έως την απώτατη αρχή τους με κάθε είδος ετυμολογικής σχέσης.
Pages in category "Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)"
- αβάντα
- αβέρτος
- αγκούσα
- -άδα
- -αδόρος
- ακουαρέλα
- άλα
- αλαργάρω
- αλέγκρος
- αλέγρος
- άλμπουρο
- αμάδα
- αμάκα
- αμακαδόρος
- αμακατζής
- αμακατζού
- άμια
- αμολάρω
- αμολέρνω
- αράδα
- -αρία
- αρμάδα
- αρμαδόρος
- αρματόρος
- άρμπουρο
- αρόδο
- αρσανάς
- ατσάλι
- ατσάλινος
- ατσάλωμα
- ατσιγάριστος
- αφοδράριστος
- βακέτα
- βάρδα
- βαρδαλάντζα
- βαρδατέντα
- βάρδια
- βαρδιάνος
- βάρδουλο
- βαρκαρόλα
- βάτα
- βατσινάρω
- βατσινιάζω
- βελάδα
- βελέσι
- βελούδο
- Βενέρης
- βενετσιάνικος
- Βενιέρης
- βεντέμα
- βεντούζα
- βέρα
- βίδα
- βιδέλο
- βιολί
- βίρα
- βούκα
- βρατσέρα
- γαζέτα
- γαζία
- γαλαντομία
- γαλαντόμος
- γαλαρία
- γαλέρα
- γαλέτα
- Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας
- γαλότσα
- γάντζος
- γαρίφαλο
- γαρμπής
- γαστάλδος
- γκέτα
- γκέτο
- γκόμα
- γκόμενα
- γκρίζο
- γκριζόλα
- γκριζωπός
- γόβα
- γολέτα
- γόμα
- γόμπος
- γόνδολα
- γονδολιέρης
- γούμενα
- γούστο
- γουστόζικος
- γουστόζος
- γρεγολεβάντες
- γρέγος
- γρεγοτραμουντάνα
- γρόσι
- Δεσφίνα
- δόγης
- ζαφορά
- ζιπούνι
- ζούρα
- ζουριάζω
- ζούριασμα
- ζουρλός
- ίσα
- καβάλα
- καβαλέτο
- καβαλιέρος
- καβαλώ
- καδένα
- Καζανόβας
- κακογουστιά
- κακόγουστος
- καλάρω
- καλόγουστος
- καλούμπα
- καμαριέρα
- καμαριέρης
- καμαρίνι
- καμαρότος
- καμιζόλα
- καμινάδα
- κανάγιας
- καναρίνι
- καντάδα
- κανταδόρος
- κάντζα
- καντηλέρι
- καντηλιέρι
- καντίνι
- Καντιώτης
- καντούνι
- καπελαδούρα
- καπετάν
- καπετάνιος
- καπιτάνος
- καπόνι
- κάπος
- καπουδάν
- κάργα
- καρέγλα
- καρέκλα
- καρμίνη
- καρμίνιο
- καρτούτσο
- κασέλα
- κασελάκι
- κασελιάζω
- κασελίτσα
- κατσαβίδι
- κατσάδα
- κατσαδιάζω
- κατσαρόλα
- κογιονάρισμα
- κογιονάρω
- κολαρίνα
- κολάρο
- κολάρος
- κολατσίζω
- κολατσιό
- κολονέλος
- κοπανέλι
- κορδέλα
- κορδελιάζω
- κορδόνι
- κορνίζα
- κορνίζωμα
- κουβέρτα
- κουζίνα
- κουμπάρα
- κουμπάρος
- κουνιάδα
- κουνιάδος
- Λαζαρέτης
- λαζαρέτο
- Λαζαρέτος
- λαμαρίνα
- λαμπικάρω
- λαμπίκος
- λάντζα
- λαντζιέρης
- λάντσα
- λαούτο
- λασκάρω
- λάσσο
- λέζα
- λεμβωδία
- λεμονάδα
- λιγαδούρα
- λόρδα
- λοταρία
- λουμίνι
- λουστραδόρος
- λουστρίνι
- λούστρο
- λούτσος
- μαγαζί
- μάινα
- μαϊστράλι
- μαΐστρος
- μακαρόνι
- μανέστρα
- μανούβρα
- μανουβράρω
- μαντζουράνα
- μαντινάδα
- μάντολα
- μαντολάτο
- μαραγκός
- μαριόλης
- μαριόλος
- μασκαράς
- μάτσο
- μεζούρα
- μιναδόρος
- μονέδα
- μορόζα
- μόρτης
- μουράγιο
- μουρλός
- μουτσούνα
- μπαγκάζια
- μπάζα
- μπάλα
- μπαλάντζα
- μπαλαντζάρω
- μπάρμπας
- μπαρμπούνι
- μπαρούμα
- μπάσταρδος
- μπεκάτσα
- μπελαντόνα
- μπικικίνια
- μπόλια
- μποναμάς
- μπονάτσα
- μπόρα
- μπότα
- μπότζα
- μποτζάρω
- μπουγάδα
- μπουγαρίνι
- μπουγαρινιά
- μπουκαδούρα
- μπουκάλι
- μπουκάρω
- μπουκιά
- μπουρδέλο
- μπουρδέτο
- μπουρίνι
- μπουρλοτιέρης
- μπουρλότο
- μπρατσέρα
- μπρατσόλι
- μπριζόλα
- νεράντζι
- νετάρω
- νέτος
- νιάνιαρο
- νοδάρος
- νταμιτζάνα
- ντουζίνα
- ντούρος
- ντρέτα
- ντρέτος
- παλάντζα
- παλαντζάρω
- παντελόνι
- παντεσπάνι
- παπαφίγκος
- παραμάνα
- παρτίδα
- πασαρέλα
- παταράτσο
- πατατούκα
- πατρόνα
- πατσαβούρα
- πένσα
- περούκα
- περουκιέρης
- πλεμπάγια
- πόντζα
- πόντος
- πόρτεγο
- πορτόνι
- πότζα
- ποτζάρω
- πούπουλο
- πρατιγάρω
- πριμαρόλι
- πρόκα
- ρέγκα
- ρεγκάτα
- ρεμέντιο
- ρεμούρκιο
- ρεμπέλεμα
- ρεμπελεύω
- ρεμπελιό
- ρέμπελος
- ρετσέτα
- ριμαδόρος
- ρόδα
- ροκέτα
- ρολό
- ροσμαρί
- ρότα
- ρουκέτα
- σάγουλα
- σακολέβα
- σαλαμούρα
- σαλάτα
- σάλια μπάλια
- σαλταδόρος
- σαρμάκο
- σβόμπος
- σγουμπός
- σεγκόντο
- σεκάρω
- σιγουράντζα
- σιγουράρω
- σιγουριά
- σίγουρος
- σιορ
- σιόρα
- σκάγι
- σκάντζα
- σκαρλατίνα
- σκαρλάτος
- σκαρτάδα
- σκαρτάδος
- σκούδο
- σμπάρο
- σμπάρος
- σούπα
- σουπιέρα
- σουρλουλού
- σουρτούκο
- σούσουρο
- σούστα
- σοφρίτο
- σπαλέτα
- σπάτουλα
- Σπέτσες
- σπιρούνι
- σταβέντο
- στιβάλι
- στιφάδο
- στοκάρισμα
- στοκάρω
- στόκος
- στραπατσάδα
- στράτσο
- στρατσόχαρτο
- συμπράγκαλα
- τάγια
- ταγιαδόρος
- ταγιάρω
- τάκος
- τάλαρο
- τάληρο
- τάλιρο
- ταπετσέρης
- ταπετσιέρης
- ταράτσα
- ταρατσώνω
- ταρσανάς
- Τζάννες
- τζίφρα
- τζόβενο
- τζογαδόρος
- τζογάρω
- τζόγια
- τζόγος
- τιμόνι
- τιμονιέρης
- τραμπάκουλο
- τραμπάλα
- τράτα
- Τρελοβούνι
- τριβέλα
- τσαμπάκι
- τσαμπί
- τσάμπουρο
- τσαπαρί
- τσατσάρα
- τσεκίνι
- τσέτλα
- τσέτολα
- τσέτουλα
- τσιγαρίζω
- τσιγάρισμα
- τσιγαριστός
- τσιγάρο
- τσιμούχα
- Τσιριγότο
- Τσιριγόττο
- τσόκαρο
- τσόντα
- τσοντάρω
- φαβορίτα
- φανέλα
- φάτσα
- φιορίνι
- φλάρος
- φόδρα
- φοδραρίζω
- φοδράρισμα
- φοδράρω
- φόντρα
- φοντραρίζω
- φοντράρω
- φόσσα
- φουμαδόρος
- φουρτούνα
- φουστάνι
- φρακάρισμα
- φρακαρισμένος
- φρακάρω
- φράντζα
- φράτζα
- φρεγάδα
- χαρτόνι
- Κατηγορία:Προέλευση λέξεων - επώνυμα από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Προέλευση λέξεων - ονόματα από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Προέλευση λέξεων - τοπωνύμια από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (κρητικά)