Κατηγορία:Συμφυρμοί (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Μορφολογία » Συντομεύσεις » Συμφυρμοί ««« |
- Συμφυρμός: η συνένωση δύο συγγενών γλωσσικών στοιχείων για τη δημιουργία ενός νέου, ανάμεικτου.
Pages in category "Κατηγορία:Συμφυρμοί (νέα ελληνικά)"
- αγορίτσι
- άλυσος
- Αργοσαρωνικός
- γεροντάματα
- διάτανος
- δομομονάδα
- δομοστοιχείο
- δουνάκα
- Ειρηλένα
- Ελλεεινίδα
- Ελλεηνίδα
- ΕΛΛΕΝΙΤ
- επιτέλους
- ἐπί τέλους
- ευρωκράτης
- ζαβλακωμένος
- καθαυτού
- καθεαυτού
- Μαριαλένα
- μπιγκόνια
- ξεφτελίζω
- πατημασιά
- πάφιλας
- πεταρίζω
- πρίκουελ
- σούργελο
- στίγμα
- στραμπουλάω
- σωραία
- σωραίος
- τζάνε μου
- τιτίνη
- το πυρ το εξώτερον
- τσάγια
- υπομονετικός
- φεμιναζί
- ψαχουλεύω