Κατσουλάριος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Κατσουλάριος | οι | Κατσουλάριοι & Κατσουλαραίοι2 |
| γενική | του | Κατσουλάριου & Κατσουλαρίου1 |
των | Κατσουλάριων & Κατσουλαραίων |
| αιτιατική | τον | Κατσουλάριο | τους | Κατσουλάριους & Κατσουλαραίους |
| κλητική | Κατσουλάριε | Κατσουλάριοι & Κατσουλαραίοι | ||
| 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο. 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κατσουλάριος αρσενικό