Καυταντζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Καυταντζόγλου | οι | Καυταντζόγλοι & Καυταντζογλαίοι |
οι | Καυταντζόγλου |
| γενική | του/της | Καυταντζόγλου | των | Καυταντζόγλων & Καυταντζογλαίων |
των | Καυταντζόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Καυταντζόγλου | τους | Καυταντζόγλους & Καυταντζογλαίους |
τους/τις | Καυταντζόγλου |
| κλητική | Καυταντζόγλου | Καυταντζόγλοι & Καυταντζογλαίοι |
Καυταντζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Καυταντζόγλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
Πηγές
- Ευρετήριο: Συγγραφέων-Μεταφραστών-Φιλολογικών Εκδοτών, Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού», Μουσείο Μπενάκη, ανακτήθηκε 22/11/2023 Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγοζτνατυακ