Κιοφεντζόγλου
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Κιοφεντζόγλου | οι | Κιοφεντζόγλοι & Κιοφεντζογλαίοι |
οι | Κιοφεντζόγλου |
| γενική | του/της | Κιοφεντζόγλου | των | Κιοφεντζόγλων & Κιοφεντζογλαίων |
των | Κιοφεντζόγλου |
| αιτιατική | τον/την | Κιοφεντζόγλου | τους | Κιοφεντζόγλους & Κιοφεντζογλαίους |
τους/τις | Κιοφεντζόγλου |
| κλητική | Κιοφεντζόγλου | Κιοφεντζόγλοι & Κιοφεντζογλαίοι |
Κιοφεντζόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
Κιοφεντζόγλου αρσενικό ή θηλυκό
Μεταγραφές
Πηγές
- Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, Κύπρος, Πίνακες Διοριστέων Ιούνιος 2023, ανακτήθηκε 18/11/2023 Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#υολγοζτνεφοικ