Κιοφεντζόγλου

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Κιοφεντζόγλου οι Κιοφεντζόγλοι
& Κιοφεντζογλαίοι
οι Κιοφεντζόγλου
      γενική του/της Κιοφεντζόγλου των Κιοφεντζόγλων
& Κιοφεντζογλαίων
των Κιοφεντζόγλου
    αιτιατική τον/την Κιοφεντζόγλου τους Κιοφεντζόγλους
& Κιοφεντζογλαίους
τους/τις Κιοφεντζόγλου
     κλητική Κιοφεντζόγλου Κιοφεντζόγλοι
& Κιοφεντζογλαίοι
Κιοφεντζόγλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

Κιοφεντζόγλου < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες - επώνυμα (νέα ελληνικά)

Κύριο όνομαΚατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)

Κιοφεντζόγλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες - επώνυμα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επώνυμα που κλίνονται όπως το 'Σαρόγλου' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)